Τετάρτη, 10 Απριλίου 2019

Τοποθέτηση της ΠΑΑΕ για την κατάσταση στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και την αναγκαιότητα της ανεξάρτητης αντικαπιταλιστικής αριστεράς


Η κατάσταση απογοήτευσης και αμηχανίας, η οποία έχει διαμορφωθεί στο εργατικό κίνημα, σαν αποτέλεσμα της εφαρμοζόμενης αστικής πολιτικής της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και της στρατηγικής των πλατιών μετώπων για μια «αριστερή κυβέρνηση» εξακολουθεί να βαραίνει στη σημερινή συγκυρία. Παρόλα αυτά, υπάρχουν τα πρώτα παραδείγματα αγώνων που ξεφεύγουν από αυτό το κλίμα, και μπορούν να ανοίξουν έναν νέο κύκλο μαχητικών διεκδικήσεων. Ταυτόχρονα, ένα μεγάλο τμήμα αγωνιστών και αγωνιστριών έχουν αποκτήσει σημαντική πολιτική εμπειρία μέσα από τους αγώνες της τελευταίας δεκαετίας. Σε αυτό το πλαίσιο, μια ενωμένη ανεξάρτητη αντικαπιταλιστική αριστερά υποχρεούται και μπορεί να παίξει αναντικατάστατο ρόλο, τόσο για την αντεπίθεση του κινήματος, όσο και για τον περιορισμό της καταστροφικής επιρροής του ρεφορμισμού στο εσωτερικό του. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το σημείο αναφοράς αυτής της αριστεράς είναι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που έχει το μέγεθος και τη δυνατότητα να παίξει αυτό τον ρόλο.
Οι επερχόμενες τριπλές εκλογές θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια σημαντική ευκαιρία να ανοιχτεί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην κοινωνία, να μιλήσει στην εργατική τάξη, τη νεολαία, τους άνεργους και τις άνεργες, τα καταπιεσμένα στρώματα και κοινωνικές ομάδες και να εκμεταλλευτεί τη δυνατότητα που της δίνεται προκειμένου να μιλήσει ανοιχτά για το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα και το πρόταγμά μας. Ωστόσο, βρίσκουν δυστυχώς την ΑΝΤΑΡΣΥΑ στα πρόθυρα της πολιτικής και οργανωτικής διάλυσης. Η διάσπαση των δυνάμεών της αναφορικά με τις εκλογές στο Δήμο Αθηναίων, αλλά και σε άλλες πόλεις, δημιουργεί μια εικόνα μη υπερασπίσιμη προς τα έξω. Οι εκατέρωθεν μεγαλοστομίες περί θέσης μάχης, μαζικότητας και δυναμικής των υποψηφιοτήτων της αντικαπιταλιστικής αριστεράς δεν μπορούν να κρύψουν κάτω από το χαλί τη διαμορφωθείσα πολιτική πραγματικότητα, η οποία δημιουργεί ήδη απογοήτευση σε ένα υπαρκτό και σημαντικό δυναμικό, που πιστεύει στην αναγκαιότητα και τη δυνατότητα ύπαρξης μιας ανεξάρτητης, μαζικής και ενωτικής αντικαπιταλιστικής αριστεράς και το οποίο εγκαταλε αντικείμενο σπέκουλας και εκμετάλλευσης από τους άλλους πολιτικούς χώρους, από τη ρεφορμιστική αριστερά ως την ακροδεξιά. Το να αποκρύψουμε την πραγματική κατάσταση δεν θα βοηθήσει σε τίποτα την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αντιθέτως μια ανοιχτή συζήτηση μπροστά στα μάτια των υποστηρικτών της μπορεί να συμβάλει στην υπέρβαση της κρίσης.

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2018

Συμβολή της Πρωτοβουλίας για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ Αντικαπιταλιστική και Επαναστατική στο ΠΣΟ του Οκτώβρη 2018


Η τυπική έξοδος από τα μνημόνια δεν φέρνει χαλάρωση της λιτότητας, ούτε «δίκαιη ανάπτυξη», όπως διαλαλεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Φέρνει μια πληθώρα συμφωνημένων μέτρων και τερατώδη πλεονάσματα του προϋπολογισμού που δεν μπορούν παρά να σημαίνουν λιτότητα χωρίς τέλος και συμπίεση εργατικών δικαιωμάτων και μισθών στο διηνεκές. Η πραγματική υπόσχεση της κυβέρνησης απευθύνεται στην αστική τάξη: είναι η υπόσχεση της σταθεροποίησης του ελληνικού καπιταλισμού και της κερδοφορίας του, και της προστασίας της εύρυθμης λειτουργίας του ευρωπαϊκού καπιταλισμού.
Όσο και να φαντασιώνονται όμως την καπιταλιστική ανάπτυξη, κυβέρνηση, κοινοβουλευτική αντιπολίτευση και διεθνή επιτελεία δεν μπορούν να αποφύγουν τους κραδασμούς μιας παγκόσμιας κρίσης που συνεχίζεται, με αναιμικούς ρυθμούς ανάπτυξης και νέες σοβαρές αναταράξεις, από την Τουρκία και την Ιταλία, μέχρι την Αργεντινή. Και κυρίως δεν μπορούν να αποφύγουν νέους εργατικούς αγώνες. Η απογοήτευση που σκόρπισε η απατηλή κοινοβουλευτική υπόσχεση του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να κρατήσει για πάντα το εργατικό κίνημα σε ύφεση.

Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

Τροποποιήσεις της Πρωτοβουλίας για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ Αντικαπιταλιστική και Επαναστατική για την 4η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Οι παρακάτω εκτεταμένες τροποποιήσεις των ενοτήτων Β2 και Γ3 αποτελούν την πολιτική πλατφόρμα-πρόταση της ΠΑΑΕ προς τις τοπικές και κλαδικές επιτροπές της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και προς την 4η Συνδιάσκεψη.

Τροποποίηση 1
[σε αντικατάσταση της ενότητας Β2 (σημεία 14-16)]

Β2. Εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Επιθετική πολιτική για την γεωπολιτική αναβάθμιση της αστικής τάξης σε συνεργασία με τον αμερικάνικο και ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό

14. Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής η κυβέρνηση συνεχίζει την επικίνδυνη πολιτική ευθυγράμμισης με ΗΠΑ/ΝΑΤΟ/ΕΕ και τον άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Αιγύπτου-Ισραήλ, με στόχο την αναβάθμιση της θέσης και του ρόλου της ελληνικής αστικής τάξης στη διεκδίκηση των ενεργειακών πόρων και των δρόμων μεταφοράς τους στην ευρύτερη περιοχή και την υπεράσπιση της οικονομικής και στρατιωτικής της ισχύος στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα και των υπουργών του στις ΗΠΑ και η συνάντηση με τον πρόεδρο Τραμπ σήμαναν την ακόμα στενότερη πρόσδεση στους τυχοδιωκτισμούς των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων και το χάος των ανταγωνισμών στην ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια. Η ελληνική κυβέρνηση εμφανίστηκε πρόθυμη να συμμετάσχει ως «στρατηγικός εταίρος» στα εγκλήματα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, αποσκοπώντας σε ανταλλάγματα που θα αναβαθμίσουν τη θέση του ελληνικού καπιταλισμού στην περιοχή σε σχέση με τον τουρκικό καπιταλισμό (ΑΟΖ, επέκταση χωρικών υδάτων κλπ). Όποτε η ελληνική αστική τάξη έκανε αντίστοιχες τυχοδιωκτικές επιλογές η εργατική τάξη οδηγήθηκε σε τραγωδίες.

Τρίτη, 10 Οκτωβρίου 2017

Για το ΠΣΟ του Σεπτέμβρη και τα πολιτικά διλήμματα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Το γεγονός ότι το ΠΣΟ του Ιούνη δεν κατέληξε σε απόφαση ανέδειξε το έλλειμμα ενός ηγεμονικού σχεδίου μέσα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, παρά το αυξανόμενο πολιτικό της βάρος, αλλά αποτέλεσε και ευκαιρία για έναν εσωτερικό διάλογο που θα μπορούσε να καταλήξει σε ένα τέτοιο σχέδιο. Δεν μπορούμε να πούμε πως αυτός ο διάλογος έγινε, κι έτσι καταλήξαμε σε ένα μάλλον φτωχό νέο ΠΣΟ.
Το ΠΣΟ έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η αντίφαση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι ίσως πιο εμφανής από ποτέ. Από τη μια πλευρά, οι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποτελούν έναν όλο και σημαντικότερο πόλο εντός του κινήματος, το οποίο παρά τις αδυναμίες του εμφανίζει σημάδια ανάκαμψης και μιας νέας αισιοδοξίας. Η αγωνιστική ακεραιότητα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ προσελκύει αν όχι πάντα τη συστράτευση, σίγουρα τη συμπάθεια των πιο συνειδητών στοιχείων ανάμεσα στους εργαζόμενους, τους άνεργους και τη νεολαία. Το κύρος της στο κίνημα έχει αναμφίβολα αυξηθεί. Σε μια σειρά αξιόλογων κινητοποιήσεων τον τελευταίο χρόνο, οι δυνάμεις γύρω της αποτέλεσαν το βασικό κορμό. Από την άλλη, η εσωτερική παράλυση συνεχίζεται. Οι τοπικές στις περισσότερες περιπτώσεις υπολειτουργούν, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως την ευθύνη την έχει κυρίως η βάση. Τα συντονιστικά όργανα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχουν αποτύχει να υλοποιήσουν βασικούς συμφωνημένους οργανωτικούς στόχους (έντυπο, γραφεία κοκ). Οι οργανώσεις θα ήταν ευχής έργο να κινητοποιούν στις συνελεύσεις των τοπικών έστω τα μισά μέλη από όσα κινητοποιούν για τις ψηφοφορίες πριν τις συνδιασκέψεις.

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Επιστολή απάντησης σε ένα κείμενο της Εργατικής Αλληλεγγύης

Συντρόφισσες και σύντροφοι

Στο φύλλο της Εργατικής Αλληλεγγύης της 21/06/2017 (https://ergatiki.gr/article.php?id=16076) δημοσιεύεται ένας σύντομος απολογισμός της αντιπροσωπείας του ΣΕΚ στο ΠΣΟ για τη συνεδρίαση του οργάνου στις 18 Ιούνη. Είναι γεγονός πως η αδυναμία του ΠΣΟ να καταλήξει σε απόφαση είναι ένα σήμα κινδύνου, αναδεικνύοντας ότι σήμερα δεν υπάρχει ένα αδιαμφισβήτητο ηγεμονικό σχέδιο στην ΑΤΝΑΡΣΥΑ, παρά τα σημαντικά πολιτικά και προγραμματικά κεκτημένα της. Είναι πεποίθησή μας ότι αν δεν φοβηθούμε τη ζύμωση, η αδυναμία αυτή μπορεί να λειτουργήσει τελικά θετικά, βοηθώντας στην αποσαφήνιση της πολιτικής παρέμβασης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
Το άρθρο, ωστόσο, παρουσιάζει μια επιλεκτική και μονόπλευρη εικόνα του ΠΣΟ όταν δηλώνει πως «αποδοκιμάστηκαν οι τάσεις εγκλωβισμού της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε σεκταριστική απομόνωση». Η Πρωτοβουλία για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ Αντικαπιταλιστική και Επαναστατική καταψήφισε το κείμενο του ΠΣΟ για τους εντελώς αντίθετους λόγους, επειδή δηλαδή δεν ξεκαθάριζε πως πολιτική και εκλογική συνεργασία με τη ΛαΕ είναι αδύνατη και επειδή διαιώνιζε μια «πολιτική συνεργασία» για την οποία δεν υπάρχει πολιτικό έδαφος. Μια σειρά ακόμα συντρόφων και συντροφισσών, ανένταχτων ή ενταγμένων σε οργανώσεις, διατύπωσαν παρόμοιες ανησυχίες με την Πρωτοβουλία, παρότι επέλεξαν να δώσουν την κριτική τους ψήφο στο κείμενο του ΠΣΟ. Το γεγονός ότι το κείμενο της αντιπροσωπείας του ΣΕΚ αποκρύπτει αυτή την τρίτη άποψη έχει σαφή στόχο: να πιέσει για μια «καλύτερη σύνθεση» της εισήγησης με τις δικές τους απόψεις. Η αποσιώπηση απόψεων που λειτουργούν αντίρροπα σε μια τέτοια κατεύθυνση, όμως, δεν είναι αποδεκτό μέσο για το σκοπό αυτό.
Υπενθυμίζουμε την τοποθέτηση της Πρωτοβουλίας, αντιγράφοντας από τον απολογισμό της:
[…] η Πρωτοβουλία για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ Αντικαπιταλιστική και Επαναστατική, μαζί με ένα ακόμα τμήμα του ΠΣΟ, υπερασπίστηκε στη συνεδρίαση της 18ης του Ιούνη έναν προσανατολισμό διαφορετικό από την κεντρική εισήγηση, αλλά και από την αντιπολίτευση εκείνη που θεωρούσε την εισήγηση σεκταριστική και προέκρινε μια ακόμα πιο πλατιά πολιτική συμμαχιών. Η Πρωτοβουλία προέβαλε μια τρίτη θέση, προτείνοντας μια εκτεταμένη τροποποίηση που αφενός έλεγε ρητά πως δεν υπάρχει θέμα πολιτικής και εκλογικής συμμαχίας με τη ΛαΕ, αφετέρου έκανε τον απολογισμό των πολιτικών συναντήσεων των τελευταίων μηνών, λέγοντας ευθέως πως δεν υπάρχει έδαφος για «πολιτική συνεργασία» με τις αμφιταλαντευόμενες οργανώσεις που αποχώρησαν από το ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ. Αντιθέτως, προέκρινε την ενότητα στη δράση πάνω σε συγκεκριμένους στόχους, την οικοδόμηση κινηματικών δομών και οργάνων και μια δουλειά υποδομής για την ενίσχυση του διακριτού αντικαπιταλιστικού πόλου που εκπροσωπεί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Στο βαθμό που η κεντρική αυτή τροποποίηση δεν υπερψηφίστηκε παρά από μια μειοψηφία του ΠΣΟ, η Πρωτοβουλία δεν μπορούσε να υπερψηφίσει την εισήγηση.
Η λογική της καταψήφισης από την πλευρά μας, βέβαια, ήταν αντιδιαμετρικά αντίθετη με την λογική με την οποία ένα άλλο τμήμα του ΠΣΟ καταψήφισε την εισήγηση. Η «αντισεκταριστική» αντιπολίτευση ανάλωσε πρακτικά όλο το χρόνο της παρέμβασής της σε έναν αγώνα να μετριαστεί η κριτική στη ΛαΕ, να μην πάρει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ τις απαραίτητες αποστάσεις από το φόρουμ για ένα «αντιμνημονιακό πατριωτικό μέτωπο» και να παραμείνει το κείμενο όσο το δυνατόν περισσότερο ανοιχτό σε συνεργασίες με μη αντικαπιταλιστικά, ρεφορμιστικά ρεύματα […]
Μπορούμε να συμφωνήσουμε με τις δυνατότητες που διαβλέπει το κείμενο της αντιπροσωπείας του ΣΕΚ για την ανάπτυξη της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, για τη σημασία της ενότητας στη δράση κλπ. Ωστόσο, η συζήτηση στο ΠΣΟ στην πραγματικότητα δεν επικεντρώθηκε σε αυτά τα θέματα, αλλά περιστράφηκε  γύρω από ένα διπλό, συγκεκριμένο ζήτημα: τις σχέσεις με τη ΛαΕ και τη συνέχιση της πρότασης «πολιτικής συνεργασίας», κυρίως με δυνάμεις που ήρθαν σε ρήξη με το ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ. Στο κεντρικό αυτό θέμα, οι απόψεις του ΣΕΚ (όπως και της ΕΠΠΔ, που κινήθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος στην ίδια γραμμή) μας βρίσκουν ακόμα περισσότερο αντίθετους από τις συμβιβαστικές και θολές διατυπώσεις της εισήγησης. Η αντιπροσωπεία του ΣΕΚ προσπάθησε επίμονα να αφήσει ανοιχτή την δυνατότητα συνεργασίας με τη ΛαΕ και γενικότερα με τον ρεφορμισμό, στο πλαίσιο μιας πολιτικής που «απλώνει το χέρι για να τραβήξει δυνάμεις στην πάλη για την αντικαπιταλιστική ανατροπή». Η λογική αυτής της άποψης είναι πως, απλώνοντας το χέρι της συνεργασίας στις ηγεσίες του ρεφορμισμού, η αντικαπιταλιστική αριστερά βρίσκεται ενώπιον μιας win-win κατάστασης: είτε οι ηγεσίες θα το πάρουν, οπότε θα τραβηχτούν αριστερά, είτε θα το απορρίψουν, οπότε η βάση των κομμάτων τους θα βγάλει τα συμπεράσματά της.
Τι μας λέει όμως η πρόσφατη εμπειρία εκείνων που προσπάθησαν να απλώσουν το χέρι σε ρεφορμιστικές γραφειοκρατίες; Τράβηξαν κάποιον στην κατεύθυνσή τους, ή αντιθέτως είτε απορροφήθηκαν οι ίδιοι από τον ρεφορμισμό είτε απλώς έχασαν κάθε πολιτική επιρροή; Βοήθησαν τη βάση να βγάλει συμπεράσματα ή, αντιθέτως, έσπειραν σύγχυση και τελικά απογοήτευση; Ας μην ξεχνάμε πως τα μέλη των πιο αριστερών τάσεων της μετέπειτα ΛαΕ συμμετείχαν στον ΣΥΡΙΖΑ στο πλαίσιο μιας τέτοιας λογικής, υπολογίζοντας πως μετά την επερχόμενη «προδοσία» της ηγεσίας Τσίπρα η βάση θα τους ακολουθήσει, γιατί τους είχε τόσο καιρό δίπλα της. Κι όμως, αντί να τραβήξει τη βάση, η ΛαΕ βρίσκεται σήμερα στη μεγαλύτερη κρίση από όλους τους χώρους στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ.
Όλα αυτά θα πρέπει να συζητηθούν πολύ σοβαρά. Αλλά η σοβαρή αυτή συζήτηση δεν διευκολύνεται από την αποσιώπηση απόψεων και από την προσπάθεια του περιορισμού της σε ένα δίπολο μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οργανώσεων. Στο τελευταίο αυτό σημείο, δυστυχώς, η Εργατική Αλληλεγγύη και το ΠΡΙΝ συμπίπτουν.

Συντροφικά

Πρωτοβουλία για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ Αντικαπιταλιστική και Επαναστατική

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Άμεση ανάγκη για μια κεντρική, πολιτική, αντικαπιταλιστική πρόταση

Νίκος Ταμβακλής

Τα αδιέξοδα της τρέχουσας, παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του καπιταλισμού δεν εκδηλώνονται μόνο με την γενικότερη ένταση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και τις πολλαπλασιαζόμενες στρατιωτικές επεμβάσεις στις χώρες της περιφέρειας. Αυξάνεται επίσης η κοινωνική ένταση και η πολιτική αστάθεια του κοινοβουλευτικού πολιτικού συστήματος, στο εσωτερικό των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών.
Στο διεθνές επίπεδο, η οριακή και αμφισβητούμενη εκλογή του Τραμπ στις ΗΠΑ έφερε ασφαλώς και μια σειρά από νέες αλυσιδωτές εξελίξεις, με τελευταία τη νέα «εστία έντασης» στη Μ. Ανατολή που προκλήθηκε από τον αποκλεισμό του Κατάρ.Μια ένταση που πυροδοτήθηκε μετά από τον ανεκδιήγητο «χορό των σπαθιών»του Τραμπ με τους σεΐχηδες της Σαουδικής Αραβίας (αφού έκλεισε την εμπορική συμφωνία για την κολοσσιαία προμήθεια στρατιωτικού εξοπλισμού ύψους 380 δις)και ανέδειξε ανάγλυφα το βαθμό της επικινδυνότητας αλλά και της σχετικής αυτονομίας μιας τυχοδιωκτικής και παρακμιακής πολιτικής ηγεσίας. Οι οργισμένες «αντι-Τραμπ» αντιδράσεις και κοινωνικές κινητοποιήσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ πολλαπλασιάζονται (με αφορμή είτε την επιχειρούμενη κατάργηση του εθνικού συστήματος υγείας, είτε την κυνική στάση του απέναντι στο εφιαλτικό φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής, είτε την αστυνομική ρατσιστική βία), χωρίς όμως η αμερικανική εργατική τάξη και τα κοινωνικά κινήματα να μπορούν μέχρι σήμερα να συγκροτήσουν μια αξιόπιστη, κεντρική πολιτική απάντηση πέρα από τον ρεφορμισμό του Μπέρνι Σάντερς.Η διαμόρφωση ωστόσο μιας τέτοιας απάντησης στη καρδιά του ισχυρότερου πόλου του ιμπεριαλισμού, αποκτά μια κρίσιμη σημασία για το παγκόσμιο εργατικό κίνημα.